αποσβολωμένος

επίθετο

1. Που βρίσκεται σε κατάσταση προσωρινής αδράνειας ή απώλειας της ικανότητας να αντιδράσει λόγω έντονου συναισθήματος, έκπληξης ή σοκ.

2. Που παρουσιάζει σιωπή ή αδυναμία λεκτικής ή κινητικής έκφρασης για σύντομο χρονικό διάστημα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έμεινε αποσβολωμένος όταν άκουσε τα απρόσμενα νέα.
  • Η Μαρία έμεινε αποσβολωμένη μπροστά στο εκπληκτικό ηλιοβασίλεμα.
  • Οι θεατές ήταν αποσβολωμένοι από την εντυπωσιακή παράσταση.
  • Από το χτύπημα στο κεφάλι έμεινε αποσβολωμένος και χρειάστηκε ιατρική βοήθεια.
  • Η ανακοίνωση της νίκης τον άφησε αποσβολωμένο, χωρίς να μπορεί να μιλήσει.