αποποιούμαι

ρήμα

1. Δηλώνω με ρητή ή τυπική ενέργεια ότι δεν θα ασκήσω ή δεν διεκδικώ πλέον ένα δικαίωμα, τίτλο ή απαίτηση, συχνά με νομικές συνέπειες.

2. Δηλώνω ότι δεν αναλαμβάνω ή δεν αποδέχομαι ευθύνη, υποχρέωση ή εμπλοκή σε υπόθεση ή σχέση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στη δικαστική αίθουσα αποποιούμαι την κληρονομιά του θείου μου.
  • Με την υπογραφή αυτής της σύμβασης αποποιούμαι κάθε διεκδίκηση επί της ιδιοκτησίας.
  • Σε περίπτωση λάθους, αποποιούμαι κάθε ευθύνη για τις συνέπειες.
  • Δηλώνω ότι αποποιούμαι οποιαδήποτε σχέση με τις παραποιημένες δηλώσεις που κυκλοφορούν.
  • Μετά το σκάνδαλο, αποποιούμαι τον τίτλο και τις δημόσιες διακρίσεις.