απολαβή
ουσιαστικό1. Ποσό χρημάτων ή άλλη αμοιβή που λαμβάνει κάποιος ως αντάλλαγμα για εργασία, υπηρεσία ή παροχή.
2. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της λήψης ή παραλαβής κάποιου αντικειμένου ή είδους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απολαβή του υπαλλήλου καταβλήθηκε στο τέλος του μήνα.
- Η μεγαλύτερη απολαβή από το ταξίδι ήταν οι νέες γνωριμίες.
- Η απολαβή που πήραμε από τη συναυλία ήταν αξεπέραστη.
- Η απολαβή των κόπων του ήρθε όταν ολοκλήρωσε το έργο.
- Η καθαρή απολαβή μετά τους φόρους ήταν μικρότερη.