αποδοκιμάζω
ρήμα1. Εκφράζω αρνητική κρίση ή δυσαρέσκεια για τη συμπεριφορά, τη γνώμη ή την πράξη κάποιου ή κάτι, με λόγια, βλέμμα ή χειρονομίες.
Συνώνυμα
κατακρίνω επικρίνω καταδικάζω καυτηριάζω στιγματίζω απορρίπτω διαφωνώ διαμαρτύρομαι καταψηφίζω κράζω κριτικάρω αντιτίθεμαι αμφισβητώ επιπλήττω χλευάζω ειρωνεύομαι καταφρονώ λιντσάρω σταυρώνω μαστιγώνω προσάπτω σνομπάρω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ως πολίτης, αποδοκιμάζω κάθε μορφή βίας.
- Δεν αποδοκιμάζω την κριτική, αλλά τις προσωπικές επιθέσεις.
- Όταν ο ομιλητής εξαπάτησε το κοινό, άρχισα να αποδοκιμάζω δυνατά.
- Η τάση μου να αποδοκιμάζω πρόχειρες λύσεις είναι εμφανής.
- Ως δάσκαλος, αποδοκιμάζω τις συμπεριφορές που αποσπούν την προσοχή της τάξης.