αποδέκτης
ουσιαστικό1. Πρόσωπο, οργανισμός ή φορέας που λαμβάνει κάτι που του αποστέλλεται ή του αποδίδεται, όπως μήνυμα, επιστολή, δώρο, πληρωμή ή πληροφορία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αποστολέας πομπός φορέας διανομέας πάροχος πρεσβευτής διαβιβαστής εκπομπός παράγοντας παραγωγός πηγή εκπρόσωπος βλήμα όργανο εκδότης συντελεστής προμηθευτής παραχωρητής αντιπρόσωπος έμπορος ορμητήριο συντάκτης
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αποδέκτης έλαβε το δέμα χωρίς καθυστέρηση.
- Έγινε αποδέκτης σκληρής κριτικής μετά την ανακοίνωση.
- Ο αποδέκτης των μεταβιβάσεων πρέπει να δηλώσει τον τραπεζικό του λογαριασμό.
- Σε κάθε μήνυμα πρέπει να αναγράφεται σαφώς ο αποδέκτης και η ημερομηνία.
- Στο δίκτυο επικοινωνιών ο αποδέκτης επιβεβαίωσε την παραλαβή του πακέτου δεδομένων.