κληρονόμος
ουσιαστικόΠρόσωπο που αποκτά περιουσία, δικαιώματα ή τίτλο μετά τον θάνατο κάποιου, σύμφωνα με διαθήκη ή τον νόμο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιάννης είναι ο μοναδικός κληρονόμος της περιουσίας του παππού του.
- Η Μαρία αποδείχθηκε η νόμιμη κληρονόμος του σπιτιού.
- Τα παιδιά είναι οι φυσικοί κληρονόμοι των γονιών τους.
- Ως κληρονόμος μιας μεγάλης επιχείρησης, ανέλαβε και πολλές ευθύνες.
- Η αρχαία πόλη θεωρείται κληρονόμος μιας σπουδαίας πολιτιστικής παράδοσης.