αποστολέας

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο, οργανισμός ή σύστημα που αποστέλλει επιστολή, δεμάτιο, ηλεκτρονικό μήνυμα ή άλλη αποστολή προς παραλήπτη.

2. Σε εμπορικές και μεταφορικές συναλλαγές, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποστέλλει αγαθά ή φορτίο προς παραλαβή από τρίτους.

Συνώνυμα

πομπός διαβιβαστής εκπομπός μεταφορέας διαμεταφορέας διανομέας ταχυμεταφορέας προμηθευτής πωλητής

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αποστολέας του μηνύματος ζήτησε επιβεβαίωση παραλαβής.
  • Στην αποστολή πακέτου, ο αποστολέας πρέπει να συμπληρώσει σωστά τη διεύθυνση.
  • Το γράμμα από άγνωστο αποστολέα προκάλεσε ανησυχία.
  • Στο μήνυμα εμφανίστηκε μόνο το όνομα του αποστολέα, όχι η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
  • Οι οδηγίες ανέφεραν ότι ο αποστολέας πρέπει να υπογράψει το έντυπο.