απέλαση

ουσιαστικό

Διοικητική ή δικαστική ενέργεια με την οποία αφαιρείται το δικαίωμα παραμονής σε πρόσωπο, συνήθως αλλοδαπό, και επιβάλλεται η υποχρεωτική έξοδός του από τη χώρα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απέλαση του παράνομου μετανάστη εκτελέστηκε χθες το βράδυ.
  • Η απέλαση του πρέσβη προκάλεσε διπλωματική κρίση.
  • Το κόμμα ανακοίνωσε την απέλαση του μέλους για επανειλημμένες παραβιάσεις του καταστατικού.
  • Η απέλαση των εισβολέων από τα χωρικά ύδατα ολοκληρώθηκε μέσα σε λίγες ώρες.
  • Οι οργανώσεις υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων καταγγέλλουν την απέλαση ασυνόδευτων ανηλίκων.