ανυπόληπτος
επίθετοΠου δεν απολαμβάνει εκτίμησης ή καλής φήμης στην κοινωνική ή επαγγελματική ζωή, θεωρούμενο δυσμενώς εξαιτίας συμπεριφοράς, πράξεων ή χαρακτηριστικών.
Συνώνυμα
κακόφημος δυσφημισμένος διασυρμένος απαξιωμένος περιφρονημένος καταφρονητός ξεφτιλισμένος άτιμος ατιμασμένος εξευτελισμένος αμαυρωμένος διεφθαρμένος ξεπεσμένος χλευασμένος άσημος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά το σκάνδαλο, ο καθηγητής έγινε ανυπόληπτος στο πανεπιστήμιο.
- Η τράπεζα έμεινε ανυπόληπτη μετά τις αποκαλύψεις για τα μαύρα ταμεία.
- Οι συνάδελφοι χαρακτήρισαν τις μεθόδους του ανυπόληπτες και αρνήθηκαν να τις εφαρμόσουν.
- Η έρευνα κρίθηκε ανυπόληπτη εξαιτίας των σφαλμάτων στη δειγματοληψία.
- Λόγω των συνεχών ψεμάτων, οι πολιτικοί της παράταξης έγιναν ανυπόληπτοι στο εκλογικό σώμα.