ανεπανάληπτος
επίθετο1. Που δεν μπορεί να επαναληφθεί είτε χρονικά είτε ως συνδυασμός περιστάσεων και χαρακτηριστικών, με αποτέλεσμα να μην παρουσιάζεται ξανά με τον ίδιο τρόπο.
Συνώνυμα
μοναδικός απαράμιλλος ασύγκριτος αξεπέραστος αμίμητος πρωτοφανής ανυπέρβλητος ξεχωριστός εξαίσιος αναντικατάστατος πρωτότυπος θεαματικός πρωτόγνωρος εξαιρετικός υπέροχος εκπληκτικός εντυπωσιακός σπουδαίος τέλειος σούπερ τούμπανο εξωπραγματικός άψογος συγκλονιστικός σπάνιος διαστημικός
Αντώνυμα
κοινός συνηθισμένος επαναλήψιμος επαναλαμβανόμενος τυπικός καθημερινός κοινότοπος συχνός προβλέψιμος μέτριος απλός αναμενόμενος συνηθής
Παραδείγματα χρήσης
- Η συναυλία χθες το βράδυ ήταν ανεπανάληπτη.
- Η ερμηνεία της ήταν ανεπανάληπτη.
- Το μουσείο φιλοξενεί ένα ανεπανάληπτο έργο τέχνης.
- Οι στιγμές με τους φίλους ήταν ανεπανάληπτες.
- Έκανε ένα ανεπανάληπτο λάθος που δεν θα ξαναγίνει.