ανεπανάληπτος

επίθετο

1. Που δεν μπορεί να επαναληφθεί είτε χρονικά είτε ως συνδυασμός περιστάσεων και χαρακτηριστικών, με αποτέλεσμα να μην παρουσιάζεται ξανά με τον ίδιο τρόπο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η συναυλία χθες το βράδυ ήταν ανεπανάληπτη.
  • Η ερμηνεία της ήταν ανεπανάληπτη.
  • Το μουσείο φιλοξενεί ένα ανεπανάληπτο έργο τέχνης.
  • Οι στιγμές με τους φίλους ήταν ανεπανάληπτες.
  • Έκανε ένα ανεπανάληπτο λάθος που δεν θα ξαναγίνει.