αναστροφή

ουσιαστικό

1. Αλλαγή κατά την οποία κάτι παίρνει την αντίθετη ή αντίστροφη κατάσταση, κατεύθυνση ή τάξη σε σχέση με την προηγούμενη κατάσταση.

2. Φυσικό γύρισμα ή περιστροφή ενός αντικειμένου, ειδικά όταν αυτό αλλάζει προσανατολισμό ή ανατρέπεται.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έκανε αναστροφή στη μέση του δρόμου.
  • Η εταιρεία πέτυχε σημαντική αναστροφή στα οικονομικά της.
  • Η αναστροφή των ρόλων στην παράσταση δημιούργησε ενδιαφέρον.
  • Μια αναστροφή στο χρωμόσωμα μπορεί να προκαλέσει γενετικές ανωμαλίες.
  • Η αναστροφή της εικόνας στον καθρέφτη είναι εμφανής.