αναμονή
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή πράξη του να περιμένει κανείς κάτι ή κάποιον, κατά τη διάρκεια της οποίας η επιθυμητή ενέργεια ή παρουσία δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Βρίσκομαι σε αναμονή μέχρι να με καλέσουν.
- Η αναμονή για τα αποτελέσματα ήταν αγωνιώδης.
- Το κινητό μπήκε σε αναμονή για εξοικονόμηση ενέργειας.
- Βρίσκεται στην αναμονή για μεταμόσχευση καρδιάς.
- Η πληρωμή τέθηκε σε αναμονή μέχρι να ολοκληρωθεί ο έλεγχος.