ανακοίνωση
ουσιαστικό1. Γραπτό ή προφορικό κείμενο με σκοπό να ενημερώσει το κοινό ή συγκεκριμένη ομάδα για γεγονός, απόφαση, μέτρο ή άλλη σχετική πληροφορία.
Συνώνυμα
ειδοποίηση αναγγελία διακοίνωση κοινοποίηση γνωστοποίηση ανακοίνωμα ανακοινωθέν δήλωση ενημέρωση δημοσίευση εξαγγελία προειδοποίηση δελτίο αγγελία διακήρυξη ανάρτηση δημοσιοποίηση πληροφόρηση πληροφορία είδηση σημείωμα παρουσίαση αφίσα προκήρυξη μήνυμα αναφορά δημοσίευμα ειδήση ειδοποιητήριο νέα πρόσκληση καταγγελία ρήση ψήφισμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κυβέρνηση εξέδωσε επίσημη ανακοίνωση για τα νέα μέτρα.
- Υπήρχε μια ανακοίνωση στην είσοδο του κτιρίου για τη διακοπή ρεύματος.
- Περιμένουμε την ανακοίνωση του διευθυντή σχετικά με την οργανωτική αλλαγή.
- Η ανακοίνωση της ημερομηνίας του συνεδρίου δημοσιεύτηκε χθες.
- Μας έστειλαν ηλεκτρονική ανακοίνωση για την ακύρωση της εκδήλωσης.