αναβλητικότητα
ουσιαστικόΗ τάση να αναβάλλει κανείς τη διεκπεραίωση υποχρεώσεων, εργασιών ή αποφάσεων, ειδικά όταν αυτές απαιτούν προσπάθεια, προκαλούν άγχος ή δεν παρέχουν άμεση ανταμοιβή.
Συνώνυμα
αναβολή αργοπορία οκνηρία τεμπελιά κωλυσιεργία βραδυπορία διστακτικότητα αναποφασιστικότητα απροθυμία χασομέρι απραξία δισταγμός αβουλία αεργία ραθυμία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αναβλητικότητα είναι συχνό πρόβλημα μεταξύ φοιτητών.
- Η αναβλητικότητα του τμήματος προκάλεσε καθυστέρηση στην έκδοση των αδειών.
- Η αναβλητικότητα στην απάντηση στο μήνυμα τον έκανε να χάσει μια σημαντική ευκαιρία.
- Η αναβλητικότητα στην έναρξη της θεραπείας επιδείνωσε την κατάστασή του.
- Η αναβλητικότητα στο έργο οδήγησε σε υπερωρίες για όλη την ομάδα.