αναίδεια
ουσιαστικόΈλλειψη σεβασμού και ντροπής· συμπεριφορά που εκδηλώνεται με προκλητική αγένεια, έλλειψη αιδούς και αδιαφορία για τα κοινωνικά όρια ή τα αισθήματα των άλλων.
Συνώνυμα
αυθάδεια αναισχυντία θράσος θρασύτητα ασέβεια υβριότητα εξύβριση απρέπεια αγένεια αλαζονεία έπαρση προκλητικότητα υπεροψία αθυροστομία πρόκληση τσαμπουκάς επιθετικότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αναίδεια του μαθητή προς τον καθηγητή προκάλεσε έντονη αντίδραση.
- Η αναίδεια με την οποία μπήκε στο γραφείο χωρίς να χτυπήσει ήταν προκλητική.
- Τον κατηγόρησαν για αναίδεια επειδή διέκοψε τη συνεδρία και μίλησε προσβλητικά.
- Δεν μπορούσα να πιστέψω την αναίδεια του να απαιτήσει επιστροφή χρημάτων χωρίς απόδειξη.
- Η κοινή γνώμη καταδίκασε την αναίδεια της δήλωσης ως απαράδεκτη.
- Έδειξε αναίδεια ζητώντας προνόμια που δεν του ανήκαν.