ανίχνευση
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή διαδικασία που αποκαλύπτει ή αναδεικνύει την παρουσία ή την ύπαρξη ενός αντικειμένου, φαινομένου ή ουσίας.
2. Χρήση τεχνικών, οργάνων ή αισθητήρων για την αναγνώριση σωματιδίων, σημάτων, βιοδεικτών ή άλλων ενδείξεων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
απόκρυψη κάλυψη κρύψιμο συγκάλυψη καμουφλάρισμα αποσιώπηση παραπλάνηση κάλυμμα παράλειψη εξάλειψη αφαίρεση αποκλεισμός
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανίχνευση του καπνού από τον συναγερμό προειδοποίησε τους κατοίκους.
- Για την ανίχνευση του ιού απαιτήθηκε εργαστηριακός έλεγχος.
- Η ανίχνευση σφαλμάτων στο πρόγραμμα διευκόλυνε τη διόρθωση του κώδικα.
- Οι κάμερες έχουν βελτιώσει την ανίχνευση εισβολέων στον χώρο.
- Η ανίχνευση σημάτων από το ραντάρ γίνεται αυτόματα.