αμετάβλητος

επίθετο

1. Που δεν υφίσταται αλλαγή ή μεταβολή στο χρόνο ή στις συνθήκες, παραμένει σταθερός.

2. Που δεν μπορεί ή δύσκολα μεταβάλλεται, διατηρεί αναλλοίωτη μορφή, κατάσταση ή χαρακτηριστικά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καιρός παρέμεινε αμετάβλητος όλη την εβδομάδα.
  • Ο νόμος έμεινε αμετάβλητος παρά τις πιέσεις για τροποποίηση.
  • Ο διευθυντής έμεινε αμετάβλητος στην απόφασή του.
  • Ο παράγοντας στη μαθηματική εξίσωση θεωρείται αμετάβλητος.
  • Ο χαρακτήρας του έργου παρέμεινε αμετάβλητος στις επανεκδόσεις.