αλυσίδα

ουσιαστικό

1. Συνεχής σειρά συνδεδεμένων κρίκων, συνήθως μεταλλικών, που σχηματίζει ευλύγιστο στοιχείο για δέσιμο, κράτηση, έλξη ή μετάδοση μηχανικής δύναμης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αλυσίδα της γέφυρας χρειάζεται επισκευή.
  • Έσπασε η αλυσίδα του ποδηλάτου και σταμάτησα.
  • Τους έδεσαν με αλυσίδα τα χέρια μέχρι να φτάσει η ασφάλεια.
  • Η αλυσίδα εστιατορίων άνοιξε νέο κατάστημα στο κέντρο.
  • Η αλυσίδα εφοδιασμού διακόπηκε λόγω ελλείψεων σε πρώτες ύλες.