ακολουθία

ουσιαστικό

1. Σύνολο αντικειμένων ή όρων τοποθετημένων σε συγκεκριμένη σειρά, συνήθως σύμφωνα με κανόνα ή σχέση μεταξύ τους (π.χ. μαθηματική ακολουθία αριθμών).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ακολουθία 1, 1/2, 1/3, 1/4 συγκλίνει στο 0.
  • Παρακολουθήσαμε την ακολουθία στην εκκλησία την Κυριακή.
  • Μια ακολουθία σφαλμάτων οδήγησε στην αποτυχία του προγράμματος.
  • Η ακολουθία των βημάτων στο εγχειρίδιο είναι σαφής.
  • Η ακολουθία του προέδρου εισήλθε στην αίθουσα.