εσπερινός
ουσιαστικό1. Λειτουργική ακολουθία της χριστιανικής εκκλησίας που τελείται το απόγευμα ή το βράδυ και περιλαμβάνει ψαλμούς, ύμνους, προσευχές και αναγνώσεις, ιδιαίτερα στην ανατολική ορθόδοξη παράδοση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πήγαμε στον εσπερινό για να ανάψουμε ένα κερί.
- Οι εσπερινοί του μοναστηριού είναι πάντα συγκινητικοί.
- Ο χορός εκτέλεσε τους ύμνους του εσπερινού με θαυμαστή αρμονία.
- Η αδελφή μου παρακολουθεί το εσπερινό λύκειο γιατί εργάζεται τα πρωινά.
- Την παραμονή του Αγίου τελέστηκε εσπερινός στην πλατεία.