κηδεία
ουσιαστικό1. Τελετή και σύνολο θρησκευτικών ή κοινωνικών τελετουργιών που πραγματοποιούνται για τον αποχαιρετισμό, την τιμή και την ανάμνηση ενός νεκρού, περιλαμβάνοντας προσευχές, λόγους και τελετουργικές πράξεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κηδεία του παππού θα γίνει αύριο στο κοιμητήριο.
- Η κηδεία του ήρωα τελέστηκε με στρατιωτικές τιμές.
- Παρευρεθήκαμε σε μια σεμνή κηδεία χθες.
- Η κηδεία της παλιάς βιομηχανίας σήμανε το τέλος μιας εποχής.
- Πρέπει να οργανώσουμε την κηδεία το συντομότερο δυνατό.