αθώωση
ουσιαστικό1. Νομική απόφαση ή διαδικασία με την οποία ένα πρόσωπο κηρύσσεται αθώο και απαλλάσσεται από τις ποινικές κατηγορίες ή ευθύνες που του αποδίδονται.
2. Πράξη ή κατάσταση απαλλαγής από ηθική, κοινωνική ή επαγγελματική ευθύνη ή στίγμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το δικαστήριο ανακοίνωσε την αθώωση του κατηγορουμένου.
- Ο δικηγόρος ζήτησε την αθώωση του πελάτη στο Εφετείο.
- Η αθώωση που ένιωσε μετά τις εξηγήσεις ήταν εμφανής στο πρόσωπό της.
- Παρά την επίσημη αθώωση, η δημόσια δυσπιστία παρέμεινε.
- Η διαδικασία για την αθώωση του πολιτικού από τις κατηγορίες κράτησε μήνες.