αθετώ
ρήμα1. Παραβιάζω ή δεν τηρώ υπόσχεση, συμφωνία ή άλλη δεσμευτική υποχρέωση.
2. Κηρύσσω άκυρη ή ανατρέπω την ισχύ μιας ενέργειας, απόφασης ή δήλωσης, καθιστώντας την χωρίς νομική ή πρακτική ισχύ.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Λυπάμαι, αλλά αθετώ την υπόσχεση που σου έδωσα.
- Αν δεν τηρηθούν οι όροι, αθετώ τη συμφωνία.
- Με τις νέες αποδείξεις, αθετώ όσα είχα δηλώσει νωρίτερα.
- Δυστυχώς, αθετώ το ραντεβού μας λόγω επείγοντος.
- Στην περίπτωση που δεν ανταποκριθεί, αθετώ την υποστήριξή μου.