αδιέξοδο
ουσιαστικό1. Τμήμα οδού ή χώρος χωρίς έξοδο ή συνέχεια, που δεν επιτρέπει περαιτέρω διέλευση.
2. Κατάσταση στην οποία δεν υπάρχει ρεαλιστική δυνατότητα προόδου ή επίτευξης λύσης, εξαιτίας έλλειψης εφικτών επιλογών ή αντικρουόμενων περιορισμών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έστριψα λάθος και βρέθηκα σε ένα αδιέξοδο.
- Ο δρόμος καταλήγει σε αδιέξοδο.
- Οι διαπραγματεύσεις έφτασαν σε αδιέξοδο.
- Αισθανόταν ότι είχε φτάσει σε αδιέξοδο και δεν ήξερε τι να κάνει.
- Η έρευνα οδήγησε τους επιστήμονες σε αδιέξοδο λόγω έλλειψης δεδομένων.