αδελφότητα

ουσιαστικό

1. Κοινότητα ή ομάδα ατόμων που συνδέονται με στενούς δεσμούς αλληλεγγύης, φιλίας ή κοινού σκοπού και ενεργούν συλλογικά για την υποστήριξη και προώθηση κοινών συμφερόντων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αδελφότητα του μοναστηριού υποστηρίζει φιλανθρωπικές δράσεις.
  • Μια αδελφότητα ξυλουργών συγκεντρώνεται κάθε μήνα για να ανταλλάξει τεχνικές.
  • Η αδελφότητα ανάμεσα στους στρατιώτες κράτησε ενωμένη τη μονάδα στις δύσκολες στιγμές.
  • Η αδελφότητα των λαών προωθεί την ειρήνη και τη συνεργασία.
  • Η αδελφότητα των φοιτητών οργάνωσε μια εκδήλωση καλωσορίσματος.