αδέσμευτος

επίθετο

1. Που δεν υπόκειται σε δεσμεύσεις, υποχρεώσεις ή συμβατικές δεσμεύσεις που περιορίζουν τις επιλογές ή τις ενέργειές του.

2. Που δεν συνδέεται ή δεν δεσμεύεται από πολιτική, κομματική ή επαγγελματική συμμαχία και διατηρεί αυτονομία στις αποφάσεις του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Είναι αδέσμευτος εδώ και πολλά χρόνια.
  • Το κόμμα δηλώνει αδέσμευτο από εξωτερικές επιρροές.
  • Η δημοσιογράφος παραμένει αδέσμευτη και αρθρογραφεί ανεξάρτητα.
  • Ο σκύλος ήταν αδέσμευτος στο πάρκο και έπαιζε με τα άλλα ζώα.
  • Οι αδέσμευτοι βουλευτές διαμόρφωσαν τη σχετική πλειοψηφία.