αγωνίζομαι

ρήμα

1. Καταβάλλω σωματική ή πνευματική προσπάθεια με σκοπό να επιτύχω έναν στόχο ή να υπερνικήσω ένα εμπόδιο.

2. Λαμβάνω μέρος σε ανταγωνισμό ή αγώνα, επιδιώκοντας καλύτερη απόδοση ή νίκη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε Κυριακή αγωνίζομαι με την ομάδα ποδοσφαίρου της γειτονιάς.
  • Καθημερινά αγωνίζομαι να μάθω καλύτερα τα μαθηματικά.
  • Ακόμα αγωνίζομαι με την ασθένεια, αλλά δεν χάνω την ελπίδα.
  • Στο κίνημα της κοινότητας αγωνίζομαι για καλύτερες συνθήκες εργασίας.
  • Στους αγώνες στίβου αγωνίζομαι στην κατηγορία των 100 μέτρων.