αγωγή
ουσιαστικό1. Δικαστική ενέργεια με την οποία ένα πρόσωπο ή φορέας προσφεύγει στα δικαστήρια για την επιδίκαση, προστασία ή αναγνώριση ενός δικαιώματος.
Συνώνυμα
διαγωγή συμπεριφορά παιδεία ανατροφή εκπαίδευση θεραπεία αντιδικία δίκη μήνυση προσφυγή υπόθεση αίτηση μόρφωση ήθος διεκδίκηση φάρμακο καλλιέργεια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κατέθεσε αγωγή κατά της εταιρείας για μη τήρηση των συμβατικών όρων.
- Η καλή αγωγή φαίνεται στα λόγια και στις πράξεις του παιδιού.
- Ο γιατρός συνέστησε αγωγή με αντιβιοτικά για δύο εβδομάδες.
- Η αγωγή θερμότητας στο μέταλλο ήταν ταχεία λόγω της υψηλής αγωγιμότητας.
- Η αγωγή του νερού στο δίκτυο γίνεται μέσω υπόγειων σωληνώσεων.