αγριότητα
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή συμπεριφορά που εκδηλώνει ακραία βία, βαναυσότητα και έλλειψη ανθρωπιάς.
2. Η ιδιότητα του να είναι κάτι μη εξημερωμένο ή άγριο, όπως ζώο, φύση ή περιβάλλον.
Συνώνυμα
βαρβαρότητα βαναυσότητα βιαιότητα θηριωδία απάνθρωπια βία σκληρότητα ωμότητα βασανισμός επιθετικότητα πρωτογονισμός κακοποίηση φρικαλεότητα αγριλίκι πρωτογονία τσαμπουκάς απρέπεια μοχθηρία τραχύτητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αγριότητα του πολέμου δεν μπορεί να δικαιολογηθεί.
- Η αγριότητα της καταιγίδας έκοψε δέντρα και διέλυσε στέγες.
- Ο δράστης έδειξε απίστευτη αγριότητα κατά τη διάρκεια της επίθεσης.
- Στην ταινία απεικονίζεται η αγριότητα της φύσης απέναντι στον άνθρωπο.
- Η ομάδα αγωνίστηκε με αγριότητα και δεν εγκατέλειψε μέχρι το τέλος.