ίδρυμα
ουσιαστικό1. Οργανισμός ή νομικό πρόσωπο που ιδρύεται και λειτουργεί για συγκεκριμένους κοινωνικούς, εκπαιδευτικούς, επιστημονικούς, καλλιτεχνικούς ή φιλανθρωπικούς σκοπούς με οργανωμένη δομή και κανόνες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ίδρυμα προσφέρει εξειδικευμένα προγράμματα σπουδών.
- Το ίδρυμα διοργάνωσε την έκθεση σύγχρονης τέχνης.
- Ένα ίδρυμα χρηματοδοτεί έργα κοινωνικής πρόνοιας και έρευνας.
- Το ίδρυμα φροντίζει ηλικιωμένους με χρόνια προβλήματα υγείας.
- Το ίδρυμα συστάθηκε με ιδιωτικό καταστατικό το 1990 και έχει νομική αυτοτέλεια.