έρις

ουσιαστικό

1. Έντονη διαμάχη ή συγκρουσιακή αντιπαράθεση μεταξύ προσώπων ή ομάδων, που εκδηλώνεται με λεκτικές ή πρακτικές εχθρότητες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η έρις ανάμεσα στους γείτονες κατέληξε στο δικαστήριο.
  • Μια έρις για ασήμαντο λόγο χάλασε τη φιλία τους.
  • Η έρις σπέρνει έχθρα και διχάζει κοινότητες.
  • Στην ιστορία, η έρις οδήγησε πολλές φορές σε εμφύλιες συγκρούσεις.
  • Η έρις παρουσιάστηκε στα έπη ως δύναμη που προκαλεί πόνο και χάος.