έμπνευση

ουσιαστικό

1. Ψυχική κατάσταση ή εσωτερική ανάταση κατά την οποία γεννιούνται δημιουργικές ιδέες, οράματα ή έντονη επιθυμία για έκφραση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η έμπνευση για το τραγούδι ήρθε ενώ περπατούσα στο πάρκο.
  • Η φύση ήταν πάντα η μεγαλύτερη έμπνευση του ζωγράφου.
  • Έψαχνα έμπνευση για να ξεκινήσω το νέο έργο.
  • Οι προφήτες ισχυρίζονταν ότι δέχονταν έμπνευση από το Θεό.
  • Κατά την έμπνευση ο αέρας εισέρχεται στους πνεύμονες.