έμπιστος
επίθετο1. Που μπορεί να του ανατεθεί μυστική, προσωπική ή σημαντική υπόθεση χωρίς κίνδυνο προδοσίας, αθέτησης ή αμελείας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο έμπιστος συνεργάτης της εταιρείας χειρίζεται τα οικονομικά.
- Η έμπιστη φίλη μου ξέρει όλα μου τα μυστικά.
- Το έμπιστο αρχείο περιέχει τα αντίγραφα ασφαλείας.
- Οι έμπιστοι σύμβουλοί του συσκέφθηκαν πριν τη συνάντηση.
- Τον όρισε ως έμπιστο για τις οικονομικές συναλλαγές.