έκδοση
ουσιαστικό1. Μορφή ή αντίτυπο ενός γραπτού έργου, βιβλίου, περιοδικού ή άλλου δημοσιεύματος που κυκλοφορεί προς ανάγνωση ή χρήση, συνήθως με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ή τροποποιήσεις.
Συνώνυμα
κυκλοφορία δημοσίευση χορήγηση τεύχος εκδοχή παρουσίαση ανατύπωση αποδέσμευση ρίλιζ βιβλίο νούμερο εφημερίδα εκπομπή παραλλαγή εκτύπωση διανομή προβολή γενιά βίβλος απελευθέρωση παραγωγή έντυπο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η έκδοση του νέου μυθιστορήματος θα γίνει τον Μάιο.
- Πρέπει να αναβαθμίσουμε στην τελευταία έκδοση του προγράμματος.
- Για την έκδοση διαβατηρίου χρειάζονται φωτογραφίες και αίτηση.
- Η εταιρεία ανακοίνωσε την έκδοση νέων μετοχών.
- Η πρώτη έκδοση του περιοδικού εξαντλήθηκε μέσα σε λίγες ημέρες.