τεύχος

ουσιαστικό

1. Ξεχωριστός αριθμημένος τόμος ή έκδοση μιας σειράς εντύπων, όπως περιοδικού ή εφημερίδας.

2. Μέρος μιας εκδοτικής σειράς που κυκλοφορεί σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο ή με συγκεκριμένο αριθμό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

δανεικό

Παραδείγματα χρήσης

  • Αγόρασα το νέο τεύχος του περιοδικού.
  • Το τεύχος αυτό περιλαμβάνει ενδιαφέροντα άρθρα για την ιστορία.
  • Στη βιβλιοθήκη βρήκα παλιά τεύχη του ίδιου περιοδικού.
  • Το περιοδικό κυκλοφορεί κάθε μήνα σε ξεχωριστό τεύχος.
  • Το τρίτο τεύχος της σειράς ήταν το πιο λεπτομερές.