άρχοντας
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που ασκεί ανώτατη ή σημαντική εξουσία σε κράτος, κοινότητα ή θεσμό, με την αρμοδιότητα να λαμβάνει και να επιβάλλει αποφάσεις.
2. Πρόσωπο που κατέχει κυρίαρχη θέση ή μεγάλη επιρροή στην κοινωνική ιεραρχία ή σε συγκεκριμένο χώρο δράσης.
Συνώνυμα
άρχων ηγεμόνας κυρίαρχος αφέντης δεσπότης ηγέτης αρχηγός κυβερνήτης βασιλιάς βασιλεύς αυτοκράτορας τύραννος σουλτάνος κύριος αφεντικό κυριάρχος επικεφαλής κόμης δούκας πατριάρχης αρχιερέας τσιφλικάς φαραώ κοσμοκράτορας δήμαρχος πρίγκιπας
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο άρχοντας της περιοχής πήρε αποφάσεις για την ασφάλεια.
- Στον Μεσαίωνα, ο άρχοντας του κάστρου επέβαλε τους νόμους του.
- Στην κοινότητα, ο άρχοντας της εκκλησίας είχε μεγάλη επιρροή.
- Με βοήθησες πολύ — είσαι άρχοντας.
- Στην ομάδα, ο προπονητής θεωρείται άρχοντας του γηπέδου.