άρχοντας

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που ασκεί ανώτατη ή σημαντική εξουσία σε κράτος, κοινότητα ή θεσμό, με την αρμοδιότητα να λαμβάνει και να επιβάλλει αποφάσεις.

2. Πρόσωπο που κατέχει κυρίαρχη θέση ή μεγάλη επιρροή στην κοινωνική ιεραρχία ή σε συγκεκριμένο χώρο δράσης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο άρχοντας της περιοχής πήρε αποφάσεις για την ασφάλεια.
  • Στον Μεσαίωνα, ο άρχοντας του κάστρου επέβαλε τους νόμους του.
  • Στην κοινότητα, ο άρχοντας της εκκλησίας είχε μεγάλη επιρροή.
  • Με βοήθησες πολύ — είσαι άρχοντας.
  • Στην ομάδα, ο προπονητής θεωρείται άρχοντας του γηπέδου.