πλάτη
ουσιαστικό1. Το οπίσθιο μέρος του κορμού ενός ανθρώπου ή ζώου, από τους ώμους έως τη μέση, που περιλαμβάνει τη σπονδυλική στήλη και τους γύρω μύες και εξυπηρετεί τη στήριξη, την κίνηση και την προστασία εσωτερικών οργάνων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πλάτη μου πονάει από το πολύ κάθισμα.
- Έβαψε την πλάτη της καρέκλας μπλε.
- Μην ανησυχείς, έχεις την πλάτη μου σε ό,τι χρειαστείς.
- Μου γύρισε την πλάτη και δεν μίλησε.
- Οι πλάτες των βιβλίων στη βιβλιοθήκη είναι ευθυγραμμισμένες.