τσεκούρι
ουσιαστικό1. Εργαλείο χειρός με βαριά μεταλλική λεπίδα στερεωμένη σε λαβή, που χρησιμεύει στο κόψιμο, σχίσιμο ή μορφοποίηση ξύλου και άλλων υλικών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έκοψα ξύλα με το τσεκούρι.
- Ο πολεμιστής σήκωσε το βαρύ τσεκούρι και προχώρησε.
- Η κυβέρνηση έβαλε το τσεκούρι στις κοινωνικές δαπάνες.
- Ο ξυλουργός διαμόρφωσε το κομμάτι ξύλου με το τσεκούρι.
- Η είδηση με χτύπησε σαν τσεκούρι.