κιθάρα
ουσιαστικόΈγχορδο μουσικό όργανο με κοιλότητα αντήχησης και λαιμό, στο οποίο χορδές τεντώνονται πάνω σε ταστιέρα και παράγουν ήχο όταν δονούνται με τα δάχτυλα ή με πένα· συνήθως έχει έξι χορδές και εμφανίζεται σε ακουστικές, κλασικές και ηλεκτρικές μορφές.
Συνώνυμα
γκιθάρα γκιτάρα κιθαρίτσα κιθαρίνα έγχορδο όργανο λαούτο μπουζούκι μαντολίνο μπαγλαμάς σάζι ταμπουράς σίταρ
Παραδείγματα χρήσης
- Η κιθάρα του ήταν παλιά, αλλά έβγαζε όμορφο ήχο.
- Μαθαίνω να παίζω κιθάρα κάθε απόγευμα.
- Στην μπάντα, η κιθάρα δίνει τον κύριο ρυθμό και τις μελωδίες.
- Έπρεπε να κουρδίσει την κιθάρα πριν τη συναυλία.
- Για πολλούς, η κιθάρα είναι σύμβολο ελευθερίας και έκφρασης.