μαζί

επίρρημα

1. Όταν πρόσωπα ή πράγματα βρίσκονται στον ίδιο χώρο ή ενεργούν από κοινού, δηλώνει συνύπαρξη ή κοινή παρουσία.

2. Ταυτόχρονα, για να δηλώσει ότι δύο ή περισσότερες ενέργειες ή γεγονότα συμβαίνουν την ίδια στιγμή.

Συνώνυμα

ομού συλλογικά ομαδικά συντροφικά συν συνολικά ταυτόχρονα παράλληλα συνεργατικά αμφότεροι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πήγαμε μαζί στο σινεμά.
  • Τα παιδιά έπαιζαν μαζί στον κήπο.
  • Είμαστε μαζί στα δύσκολα.
  • Η Μαρία ήρθε μαζί με τον αδελφό της.
  • Τα δύο προϊόντα πωλούνται μαζί ως πακέτο.
  • Φέρτε τα βιβλία μαζί στην τάξη, παρακαλώ.