διακριτά

επίθετο

1. Που μπορεί να αναγνωριστεί ή να εντοπιστεί ως διαφορετικό από άλλα λόγω σαφών χαρακτηριστικών ή διαφορών.

2. Που εμφανίζεται ή λειτουργεί χωριστά από άλλα στοιχεία μέσα σε ένα σύνολο, διατηρώντας την αυτοτέλειά του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

ασαφώς αόριστα συγκεχυμένα αδιάκριτα αδιακρίτως μαζί ταυτόχρονα συγχρόνως ενωμένα αδιόρατα ομοιογενώς συλλογικά συνολικά θολά κολλητά παρόμοια

Παραδείγματα χρήσης

  • Τα όρια μεταξύ των δύο περιοχών είναι διακριτά.
  • Ακούστηκαν διακριτά οι φωνές από το βάθος της αίθουσας.
  • Κατέγραψα διακριτά τα αποτελέσματα για κάθε ομάδα.
  • Υπήρχαν διακριτά σημάδια κόπωσης στο πρόσωπό του.
  • Τα στοιχεία του αρχείου εμφανίζονται διακριτά, ώστε να μη μπερδεύεσαι.
  • Σε αυτό το διάγραμμα οι κατηγορίες φαίνονται διακριτά χωρισμένες.