αυθαίρετα

επίρρημα

Χωρίς να τηρούνται οι νόμιμοι ή καθιερωμένοι κανόνες, διαδικασίες ή άδειες, με τρόπο που γίνεται κατά βούληση.

Συνώνυμα

τυχαία αδικαιολόγητα παράτυπα απρόβλεπτα παράνομα αδικαίως πρόχειρα

Αντώνυμα

νόμιμα δικαιολογημένα αποδεδειγμένα αιτιολογημένα ανάλογα θεσμικά συντεταγμένα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο εργολάβος έχτισε αυθαίρετα σε δασική έκταση.
  • Δεν μπορείς να αποφασίζεις αυθαίρετα χωρίς να ακούσεις τους άλλους.
  • Οι αρχές κατεδάφισαν τα αυθαίρετα κτίσματα στην παραλία.
  • Η επιτροπή δεν πρέπει να βγάζει αυθαίρετα συμπεράσματα χωρίς στοιχεία.
  • Πολλοί κάτοικοι διαμαρτυρήθηκαν για τα αυθαίρετα που είχαν γεμίσει την περιοχή.