οριστικά
επίρρημα1. Με τρόπο που καθιστά μια απόφαση, ενέργεια ή κατάσταση μη αναστρέψιμη και σταθερή ως προς την έκβασή της, αποκλείοντας μελλοντικές αλλαγές.
2. Με βεβαιότητα και χωρίς περιθώριο αμφιβολιών ή αμφισβήτησης.
Συνώνυμα
αμετάκλητα τελεσίδικα μόνιμα οριστικώς τελικά τελικώς αποφασιστικά κατηγορηματικά τελεσίως μονίμως σαφώς σίγουρα ασφαλώς βεβαίως επιτέλους
Αντώνυμα
προσωρινά προσωρινώς προκαταρκτικά πειραματικά δοκιμαστικά μεταβατικά αόριστα απροσδιόριστα ενδεχομένως πιθανώς ίσως αβέβαια πρόχειρα μάλλον
Παραδείγματα χρήσης
- Αποφάσισαν οριστικά να ακυρώσουν το ταξίδι.
- Το κατάστημα έκλεισε οριστικά λόγω οικονομικών προβλημάτων.
- Αυτή η προσθήκη καθορίζει οριστικά τους όρους της σύμβασης.
- Οι ημερομηνίες του διαγωνισμού ορίστηκαν οριστικά.
- Μπορείς να φύγεις οριστικά ή θέλεις να το σκεφτείς λίγο ακόμα;