αποδοτικός
επίθετο1. Που παρέχει σημαντικό αποτέλεσμα σε σχέση με τον χρόνο, το κόστος ή την προσπάθεια που απαιτείται.
2. Που εξασφαλίζει οικονομικό ή πρακτικό όφελος από τη χρήση διαθέσιμων πόρων ή διαδικασιών.
Συνώνυμα
αποτελεσματικός παραγωγικός γόνιμος καρποφόρος προσοδοφόρος κερδοφόρος συμφέρων επιτυχημένος επωφελής ωφέλιμος χρήσιμος λειτουργικός οικονομικός χρηστικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αποδοτικός υπάλληλος ολοκλήρωσε τις εργασίες νωρίτερα.
- Η αποδοτική μέθοδος αύξησε την παραγωγή χωρίς επιπλέον κόστος.
- Το σύστημα είναι αποδοτικό ακόμη και με περιορισμένους πόρους.
- Οι αποδοτικοί μηχανισμοί του εργοστασίου μειώνουν την κατανάλωση ενέργειας.
- Οι καλλιέργειες ήταν αποδοτικές φέτος λόγω του βελτιωμένου εδάφους.
- Τα αποδοτικά αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό.