λεκάνη
ουσιαστικό1. Κοίλο δοχείο ή κατασκευή, συνήθως με κυκλικό ή ωοειδές σχήμα, που χρησιμοποιείται για να συγκρατεί, να συλλέγει ή να αποστραγγίζει υγρά ή στερεά υλικά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η λεκάνη του μπάνιου είναι βουλωμένη.
- Η λεκάνη της τουαλέτας χρειάζεται καθάρισμα.
- Ο γιατρός εξέτασε την λεκάνη για σημάδια κάταγματος.
- Η λεκάνη απορροής του ποταμού είναι εκτεταμένη.
- Γέμισα την λεκάνη με ζεστό νερό για να πλύνω τα ρούχα.