ραχούλα
άλλοΜικρή ή χαμηλή ράχη, συνήθως λόφος ή υψωματάκι με ήπιες πλαγιές.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μικρό χωριό είναι χτισμένο σε μια καταπράσινη ραχούλα.
- Ανεβήκαμε στη ραχούλα για να δούμε το ηλιοβασίλεμα.
- Στη ραχούλα του λόφου φυσούσε δροσερό αεράκι.
- Το σπίτι τους βρίσκεται σε μια ήσυχη ραχούλα έξω από το χωριό.
- Περπατούσαμε πάνω στη ραχούλα ώσπου να φτάσουμε στο ξωκλήσι.