κοίλωμα

ουσιαστικό

1. Εσοχή ή βύθισμα στην επιφάνεια ενός αντικειμένου ή σώματος που δημιουργεί κενό χώρο.

2. Εσωτερικός χώρος σε αντικείμενο ή οργανισμό, σχηματισμένος ως κοιλότητα ή αύλακας.

3. Χαμηλότερο ή βυθισμένο σημείο σε τοπογραφική επιφάνεια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

εξόγκωμα προεξοχή κύρτωμα ύψωμα ανάγλυφο ανύψωμα πλατό κορυφή

Παραδείγματα χρήσης

  • Το κοίλωμα στο ξύλο γεμίστηκε με ρητίνη πριν το φινίρισμα.
  • Παρκάραμε προσεκτικά γιατί υπήρχε ένα βαθύ κοίλωμα στο δρόμο.
  • Ο οδοντίατρος εντόπισε ένα μικρό κοίλωμα στο πίσω δόντι και το έσκαψε.
  • Ένιωσα το κοίλωμα της παλάμης του όταν μου κράτησε το χέρι.
  • Της έμεινε ένα συναισθηματικό κοίλωμα μετά τον χωρισμό.
  • Το μικρό κοίλωμα στο κράνος απορρόφησε μέρος της πρόσκρουσης.