μονομερής

επίθετο

1. Που αναφέρεται ή εκτελείται από μία μόνο πλευρά, χωρίς συμμετοχή, συμφωνία ή ανταπόκριση από άλλους.

2. Που παρουσιάζει ασυμμετρία ή έλλειψη ισορροπίας λόγω επικέντρωσης σε μία πλευρά, όψη ή παράγοντα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η μονομερής απόφαση της κυβέρνησης προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
  • Ο μονομερής όρος στο συμβόλαιο ευνοούσε αποκλειστικά τον εργοδότη.
  • Η εταιρεία ανακοίνωσε τη μονομερή ακύρωση της συμφωνίας χωρίς διαπραγμάτευση.
  • Μια μονομερής κίνηση στη διεθνή διπλωματία μπορεί να επιδεινώσει τις σχέσεις μεταξύ των χωρών.
  • Ο μονομερής πόνος στο δεξί χέρι ανησύχησε τους γιατρούς.