σιωπηλά

επίρρημα

1. Με τρόπο που δεν παράγει ήχους, χωρίς θόρυβο.

2. Χωρίς χρήση λόγου ή φωνής, χωρίς να μιλά κάποιος.

3. Με τρόπο που δεν τραβά την προσοχή ή δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Περπάτησε σιωπηλά μέσα στο σπίτι για να μην ξυπνήσει το μωρό.
  • Δέχτηκε σιωπηλά την απόφαση, χωρίς να αντιδράσει.
  • Οι εργαζόμενοι αποχώρησαν σιωπηλά μετά την ανακοίνωση των απολύσεων.
  • Καθίσαμε σιωπηλά, παρακολουθώντας το ηλιοβασίλεμα.
  • Προσευχήθηκε σιωπηλά για την υγεία της οικογένειάς του.