αβίαστα

επίρρημα

1. Με τρόπο χωρίς προσπάθεια ή εξαναγκασμό, που γίνεται φυσικά και άνετα.

2. Με τρόπο αυθόρμητο και ανεπιτήδευτο, χωρίς σχεδιασμό ή επιβολή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ομολόγησε αβίαστα το λάθος του.
  • Γέλασε αβίαστα μόλις άκουσε το ανέκδοτο.
  • Κατάφερε να λύσει το πρόβλημα αβίαστα, χωρίς πολλές προσπάθειες.
  • Οι θεατές χειροκρότησαν αβίαστα την παράσταση.
  • Η συζήτηση κύλησε αβίαστα και βρήκαμε κοινό έδαφος.